Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2019

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2019

Πολίτες limit down !

Ὤχου… δέν μου ἔφτανε ὁ διαβολοσυνήγορος ἔχω τώρα καί το Ζαν Ζάκ Ρουσσώ νά ἔρχεται ἀπ' το βάθος μ' ἕνα συμβόλαιο στά χέρια. Εἶναι τό περίφημο Κοινωνικό Συμβόλαιο μέ συμβαλλόμενους τήν ἐξουσία καί τόν λαό.
    Ἕνα συμβόλαιο «Kυρίων», πού ὁρίζει τούς ὄρους καί τίς προϋποθέσεις γιά τήν ὁμαλή σύμπλευση των δύο μερῶν. Ἀπώτερος  σκοπός  αὐτοῦ τοῦ συμβολαίου εἶναι ἡ εὐημερία των πολιτῶν. Ἡ ἀθέτηση τῶν ὀρων ἀπό τήν πλευρά του κράτους δίνει τό ἠθικό δικαίωμα στόν λαό νά ἀνατρέψει τό ἰσχῦον καθεστώς.
Ὁ  Γάλλος κοινωνιολόγος ἐπικαλεῖται το συμβόλαιο του στην χρηματιστηριακή παράκρουση του 1999. Θέλει προφανώς νά ἐπισημάνει ὅτι στήν περίπτωση τοῦ χρηματιστηρίου παραβιάστηκαν οἱ ὅροι αὐτοῦ τοῦ συμβολαίου. Τό κράτος ὄφειλε νά περιφρουρήσει τούς πολίτες ἀπ'τήν κερδοσκοπική πληροφόρηση. Ὄφειλε νά ἐνεργοποιήσει τούς ἐλεγκτικούς μηχανισμούς καί νά θωρακίσει τήν κοινωνία ἀπό τούς ἅρπαγες των ὕπουλων χρηματιστηριακών παιχνιδιῶν.
Ὑπῆρχαν ὅμως Πολίτες ή ὑπῆρχε μόνο μία περιφερόμενη ἀνθρώπινη μάζα ἀπό χρηματιστηριακό γραφεῖο σέ χρηματιστηριακό γραφεῖο; Πολύ φοβᾶμαι ὅτι τήν ἐποχή ἐκείνη ἡ χρηματιστηριακή φρενίτιδα καί  ἡ μειωμένη πολιτική ἀντίληψη  εἶχαν πιάσει limit up..!

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2019

Χρόνια καλά καί ἀφυπνισμένα


Χρόνια πολλάὅπως κάθε χρόνοὅπως καί τον ἑπόμενο χρόνοἈλήθεια εἶναι πολλά τα χρόνια πού περνοῦν σάν ταινία ἀπό μπροστά μας μέ πρωταγωνιστή τον ἑαυτό μαςΠρωταγωνιστήλέμε τώρα
  Ὅπως στόν ὕπνο μαςπού μαγκωμένοι ἀπό κάποιο μούδιασμαπαρακολουθοῦμε ἀνήμποροι την ἐξέλιξη του  ὀνείρουΣτή ζωή των περισσοτέρων το συνειδησιακό  μούδιασμα εἶναι ἐθελούσιο, βιώνοντας  ἕναν ἐφιάλτη. Μιά τακτική παραίτησης   πού ἀναπτύχθηκε  ὡς ἀμυντικός-ἀπορροφητικός  μηχανισμός στόν κρατικό βομβαρδισμό ὑποταγῆς συνειδήσεων.  
 ΄΄ Τί κάνεις;΄΄  ΄΄Μιά χαρά εἶμαι ΄΄. Μιά χαρά καί δύο τρομάρες εἶσαι κακόμοιρεἉπλά δέν ἔχει μάθει ὁ κακόμοιρος νά ἐκφράζει αὐτά πού νοιώθει καί νά διεκδικεῖ αὐτά πού του ἀνήκουνἜχει μάθει νά ὑποτάσσεται καί ἡ μόνη ἀπορία του περιορίζεται στό  'Πόσο'’  θα προσαρμόσει τίς ἀντοχές τουΠόσο θά κατεβάσει το κεφάλιΠόσοο θά γονατίσειΠόσο θά ἐξαθλειωθείΔέν ἔχει μάθει νά ρώτα 'ΓΙΑΤΙ' .Το 'Γιατί'’  ζητάει ἀπαντήσεις πού   δέν τίς ἀντέχει Δέν θέλει νά ἀκούσει γιά παράδειγμα,  'Διότι σέ θεωρῶ ἠλίθιο’! ,  ‘'Διότι σέ θεωρῶ ἀνίκανο’!   Αὐτές οἱ ἀπαντήσεις θά τον κάνουν νά ἀντιδράσει καί θα χάσει την ζαχαρένια τουΘά τον κάνουν νά ἐπαναστατήσειΚαί σύ ἔχεις μάθει νά  εἶσαι Πρόβατο Νεοέλληνανά βελάζεις!..
Ἄντε λοιπόν νά σου εὐχηθῶ κι ἐγώ χρόνια πολλά Μήν ξεχάσεις νά τρέξεις νά πληρώσεις την ἐφορία καί νά προσπεράσεις βιαστικά την εἴδηση γιά μιά νέα αὐτοκτονία λόγῳ μνημονίουΣτούς ὑπόλοιπους πού δέν βελάζουν νά τους εὐχηθῶ ὁλόψυχα  ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΛΑ!

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2019

Κοινωνική ἀφύπνιση


      
       Ἡ ὥρα εἶναι 2  κι ὅλα εἶναι ἥσυχα στή ΠόληΤο ὁλόφωτο φεγγάρι σαλεύει ἀργά στό σκοτεινό πέπλο τ΄οὐρανοῦ ,ἀλλά κανείς δέν στέκει νά το χαζέψειΜάταιες οἱ κραυγές του σέ μιά πόλη ἄδεια ἀπό ὄνειρα καί ἐλπίδα



       Ἡ ὥρα εἶναι 3 καί ὅλα εἶναι ἥσυχα στή ΠόληἈπαθεῖς καί νωχελικές οἱ συνειδήσεις συνεχίζουν να  ἀπολαμβάνουν την μακαριότητα της ανυπαπραξίας τους, χωμένες στήν ἀγκαλιά τοῦ ΜορφέαΒουρκώνει ὁ Οὐρανός κι ἡ μάνα Γῆ σείεται, μήπως ταρακουνήσει την  βόλεψή τους Τα μάτια ὅμως εἶναι κλειστά και τ’αυτιά κωφεύουν… Ἡ βροχή δυναμώνειἘγώ γιατί εἶμαι ἔξω;...Κρυώνω


      Ἡ ὥρα εἶναι 4 κι ὅλα εἶναι ἥσυχα στή ΠόληΠερπατάωδέν ξέρω γιατί… Πεσμένα στό χῶμα γυαλίζουν τα πράσινα φύλλαΚαταπράσιναΔέν ἀντέξαν ἀπ' τον δυνατό ἀέρα καί κόπηκανΣκύβω καί πιάνω ἕνα ΄΄Προχώρα΄΄ μου λέειΚάθομαι σαστισμένος μέ το πρόσωπο ὑγρό.΄΄Πού;΄΄…

      Ἡ ὥρα εἶναι 5 κι ὅλα εἶναι ἥσυχα στή ΠόληΣτό ξέφωτο τοῦ δρόμου καθισμένη σέ μαρμάρινο ἑδώλιο μιά γυμνή ΚόρηΤη γύμνια της σκεπάζουν τα μακριά της μαλλιάΣτέκει ακίνητη  καθώς το βῆμα μου μέ φέρνει μπροστά της ΄΄Δέν κρυώνεις;΄΄  ρωτάωΠαραμένει ἀσάλευτη σάν ἄγαλμα ἐπιδέξιου τεχνίτηὉ ἦχος της φωνῆς της μπερδεύεται μέ τα ἀγέρι. ΄΄ Ὄχιἐσύ; ΄΄   Μά την ἀλήθεια, ἄν κι οἱ σταγόνες  της βροχῆς  χοντραίνουν μαστιγώνοντας την γῆτα λόγια της μοιάζουν μέ  φλόγες  . ΄΄Πρόσεξε μή μέ λερώσεις ἔχει λασπόνερα παντοῦ ,πάτα σταθερά καί μέ σύνεση …΄΄ ,  καρφώνει τα μάτια της στά δικά μου, καθώς παίρνω τα τελευταία της λόγια γιά πανωφόρι   Σηκώνω το κεφάλι  καί συνεχίζω

       Ἡ ὥρα εἶναι 6 κι ὅλα εἶναι ἥσυχα στή ΠόληΤο παλτό μου βαρύ ἀπ' το νερό καί την κούρασηΤα πόδια μου μέ σέρνουν  στην κορυφή της ΠόληςΠόσο μεγάλη καί πόσο μικρή ἡ Πόλη μας Το βλέμμα μου κολλημένο  στόν ὁρίζονταὉ ἥλιος,  κρατώντας ἁπαλά την αὐγή ἀπ' το χέρι, χαράσσει σάν λεπίδα  μέ τίς ἀκτίνες του  το σκοῦρο πέπλο Δέν νοιώθω πιά την βροχή στό πρόσωπο μου .Σταμάτησε ἤ μήπως την συνήθισαΣταμάτησε γιατί ΔΕΝ την συνήθισα!  

       Δέν ξέρω τί ὥρα εἶναι πιά Μήπως ὅμως ἦρθε ἡ ὥρα νά ξυπνήσει ἡ Πόλη;